στερεοχημεία

στερεοχημεία
η стереохимия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "στερεοχημεία" в других словарях:

  • στερεοχημεία — Τμήμα της οργανικής χημείας, που ασχολείται με τις ενώσεις οι οποίες είναι ικανές να παρουσιάζουν το φαινόμενο της οπτικής ισομέρειας (στερεοϊσομέρεια), μελετώντας τη δομή και τη συμπεριφορά τους, τις μεθόδους παρασκευής του με χημικούς ή… …   Dictionary of Greek

  • στερεοχημεία — η κλάδος της χημείας που μελετά τα φαινόμενα των χημικών συνθέσεων στο χώρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στερεοχημικός — ή, ό, Ν [στερεοχημεία] χημ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη στερεοχημεία 2. φρ. «στερεοχημική παρεμπόδιση» χαρακτηριστικό τής μοριακής δομής, σύμφωνα με το οποίο ορισμένα μόρια, κυρίως οργανικών ενώσεων, παρουσιάζουν τέτοια διάταξη τών… …   Dictionary of Greek

  • εναντιοστερεομέρεια — ἡ εναντιοστερεοϊσομέρεια ή εναντίομορφία, η βλ. στερεοχημεία …   Dictionary of Greek

  • σις — Ν χημ. α) πρόθημα το οποίο, στη στερεοχημεία, υποδηλώνει την περίπτωση ενός γεωμετρικού ισομερούς στο οποίο δύο όμοιοι υποκαταστάτες βρίσκονται προς την ίδια πλευρά τού μορίου β) πρόθημα το οποίο, στην οργανική χημεία, χρησιμοποιείται για να… …   Dictionary of Greek

  • στερεός — και στερρός, ά, ό / στερεός και στερρός, ά, όν, ΝΜΑ, θηλ. και στερεή και στερρή, και στέρεος, η ο, και στέριος, α, ο, Ν 1. αυτός που έχει πυκνή σύσταση, συμπαγής, σκληρός (α. «στερεά ουσία» β. «στερεὸν κέρας», Αριστοτ.) 2. ισχυρός, δυνατός, γερός …   Dictionary of Greek

  • συν — σύν ΝΜΑ, και ξὺν και βοιωτ. τ. σούν Α (κύρια μονοσύλλαβη πρόθεση, στη νεοελλ. κυρίως σε λόγια χρήση, η οποία συντάσσεται με δοτική) 1. μαζί, από κοινού (α. «συν γυναιξί και τέκνοις» β. «ἐπαιδεύετο σὺν τῷ ἀδελφῷ», Ξεν.) 2. με τη βοήθεια (α. «συν… …   Dictionary of Greek

  • τρανσ- — Ν χημ. α) (στη στερεοχημεία) πρόθημα που υποδηλώνει την περίπτωση ενός γεωμετρικού ισομερούς ή διαστερεοϊσομερούς, στο μόριο τού οποίου δύο όμοιοι υποκαταστάτες είναι απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον β) (στην οργανική χημεία) πρόθημα που… …   Dictionary of Greek

  • Κόρνφορθ, Τζον Γουόρκαπ — (John Warcup Cornforth, Σίδνεϊ 1917 –). Αυστραλός χημικός. Το 1937 αποφοίτησε με έπαινο από το πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, όπου και παρέμεινε για τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Χάρη σε μια υποτροφία, συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της… …   Dictionary of Greek

  • Κουν, Ρίχαρντ — (Richard Kuhn, Βιέννη 1900 – Χαϊδελβέργη 1967). Γερμανός χημικός. Σπούδασε χημεία στο πανεπιστήμιο της Βιέννης και, στη συνέχεια, στο Μόναχο με καθηγητή τον Βιλστέτερ. Το 1922 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή σχετικά με την εξειδίκευση των… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»